αναθεωρητικός

-ή, -ό
1. ο σχετικός με την αναθεώρηση ή ο αρμόδιος γι' αυτήν (π.χ. «αναθεωρητική Βουλή»)
2. αυτός που επιφέρει αναθεώρηση (π.χ. «αναθεωρητική απόφαση δικαστηρίου»)
3. ο μη προσηλωμένος στις δογματικές αρχές, στις δογματικές αυστηρότητες ενός συστήματος (π.χ. «αναθεωρητικός κομμουνισμός»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αναθεωρητής. Η λ. απαντά για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Αιών» (Αναθεωρητικοί «οι ζητούντες αναθεώρησιν πολιτικού συντάγματος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναθεωρητικός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που είναι αρμόδιος για την αναθεώρηση: Αναθεωρητική Βουλή (αυτή που έχει το δικαίωμα να αναθεωρήσει το σύνταγμα). – Αναθεωρητικό δικαστήριο (βλ. αναθεώρηση) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναθεωρητής — ο αυτός που αναθεωρεί, που εξετάζει για δεύτερη φορά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναθεωρώ. Η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε στον πληθυντικό (ἀναθεωρηταί*) από τον Αδαμάντιο Κοραή το 1830. ΠΑΡ. αναθεωρητικός] …   Dictionary of Greek

  • ρεβιζιονιστικός — ή, ό, Ν [ρεβιζιονιστής] αυτός που έχει σχέση με τον ρεβιζιονισμό, αναθεωρητικός …   Dictionary of Greek

  • δευτεροβάθμιος — α, ο 1. αυτός που έρχεται δεύτερος σε βαθμό, δεύτερη σειρά: Υπηρετεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 2. (νομ.), ο αναθεωρητικός, ο ανώτερος από τον πρωτοβάθμιο: Θα αποταθώ σε δευτεροβάθμια επιτροπή, για να βρω το δίκιο μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.